ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Το Άγαλμα του Δία στην Ολυμπία

Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν από τα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία που
κατασκευάστηκαν στην αρχαιότητα. Στην αρχαιότητα το κολοσσιαίο άγαλμα
 συμπεριλαμβανόταν στα Επτά Θαύματα του κόσμου.Φιλοτεχνήθηκε από τον
διάσημο γλύπτη της εποχής, Φειδία γύρω στο 430 π.Χ. και τοποθετήθηκε ως
 λατρευτικό άγαλμα στο Ναό του Δία στην Ολυμπία στην αρχαία
Ηλεία, στα δυτικά της Πελοποννήσου, κοντά στις όχθες του ποταμού Αλφειού.
Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην αρχαία Ολυμπία φιλοτεχνήθηκε από το Φειδία, τον
κορυφαίο Αθηναίο γλύπτη, για τον οποίο έχει ειπωθεί ότι ήταν ο μοναδικός, ίσως, καλλιτέχνης που μπορούσε να αποδώσει πάνω σε άψυχο υλικό τη θεϊκή ουσία των μορφών που έπλαθε. Προτού αναλάβει την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Δία, ο Φειδίας είχε ήδη προλάβει να φιλοτεχνήσει δύο άλλα μνημειακά αγάλματα για την Ακρόπολη των Αθηνών όταν, πληρώνοντας, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, τη φιλία του με τον Περικλή, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, και για σφετερισμό μέρους του χρυσού που προοριζόταν για το πιο γνωστό από αυτά, το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου, που στόλιζε τον Παρθενώνα. Το δεύτερο από τα δύο αγάλματα που είχε φιλοτεχνήσει για την Ακρόπολη των Αθηνών ήταν το μπρούτζινο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου, για το οποίο λέγεται ότι η λάμψη από την αντανάκλαση του Ήλιου στην περικεφαλαία και στο δόρυ της θεάς ήταν ορατή από το Σούνιο. Αναγνωριζόμενος ως ο κορυφαίος ίσως γλύπτης της εποχής του, δεν είναι παράξενο που οι ιερείς της Ολυμπίας, του τόπου διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, του ζήτησαν να φιλοτεχνήσει ένα άγαλμα του Δία που θα κοσμούσε το ναό του. Ένα άγαλμα που, αν και χαμένο εδώ και μιάμιση περίπου χιλιετία, παραμένει εντούτοις αθάνατο ως ένα από τα εφτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ο αυστηρός, Δωρικού ρυθμού, ναός του Δία στην Ολυμπία σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Λίβωνα και η κατασκευή του θα πρέπει να ξεκίνησε γύρω στο 470 π.Χ. και να ολοκληρώθηκε περί το 456 π.Χ.. Ήταν περίπτερος ναός, διαστάσεων 28x64 m, με 6 κίονες στις στενές πλευρές του και 13 στις μακριές και συνολικού ύψους 20 m. Το ύψος των κιόνων ήταν 10,45 m με διάμετρο, στο κάτω μέρος, 2,20 m. Πάνω στα τεράστια κιονόκρανα, πλάτους 2,65 m, στηριζόταν ο θριγκός, ολόκληρη δηλαδή η ανωδομή πάνω από τα κιονόκρανα, που περιλαμβάνει το επιστύλιο, τα τρίγλυφα και τις μετόπες, με ύψος 4,09 m.
Ο Φειδίας πρέπει να ξεκίνησε να φιλοτεχνεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία λίγο μετά τη φυγή του από την Αθήνα βασιζόμενος στις τεχνικές που είχε ο ίδιος αναπτύξει νωρίτερα για την κατασκευή γιγάντιων αγαλμάτων από χρυσό και ελεφαντόδοντο. Οι τεχνικές αυτές βασίζονταν στην ανέγερση ενός ξύλινου σκελετού, πάνω στον οποίο προσαρμόζονταν σκαλισμένα τμήματα ελεφαντόδοντου για τα γυμνά μέρη του σώματος και χυτά φύλλα χρυσού για τις πτυχώσεις των ενδυμάτων και τις άλλες λεπτομέρειες. Στο εργαστήριό του στην Ολυμπία, το οποίο εν μέρει σώζεται μέχρι σήμερα, σμίλευε τα διαφορετικά τμήματα του αγάλματος, προτού τα συναρμολογήσει μέσα στο ναό. Σύμφωνα με τον Παυσανία: Στο κεφάλι του φέρει στεφάνι από κλωνάρι ελιάς. Στο δεξί του χέρι κρατά μια Νίκη, επίσης χρυσελεφάντινη, η οποία κρατά ταινία και είναι στεφανωμένη. Ο θεός έχει στο αριστερό του χέρι σκήπτρο, στολισμένο με κάθε λογής πολύτιμα μέταλλα. Το πτηνό που κάθεται πάνω στο σκήπτρο είναι ο αετός. Τα υποδήματα του θεού είναι χρυσά, όπως και το ιμάτιό του που είναι κεντημένο με μορφές ζώων και άνθη κρίνων. Ο θρόνος είναι ποικιλμένος με χρυσό και πολύτιμες πέτρες, έβενο και ελεφαντόδοντο. Μπροστά από το άγαλμα του Δία υπήρχε μια δεξαμενή από μαύρο μάρμαρο, η οποία χρησίμευε για να μαζεύει το λάδι ελιάς που περιχυνόταν πάνω στο άγαλμα, προκειμένου να προστατεύει το ελεφαντόδοντο από τις ρωγμές. Το άγαλμα είχε ύψος 13 m και ήταν τοποθετημένο σε μια μαρμάρινη βάση πλάτους 6,5 m, βάθους σχεδόν 10 m και πάνω από 1 m ύψους. Το γιγάντιο σώμα του Δία ήταν καθισμένο σε ένα εξίσου μεγάλο θρόνο. Τα πόδια του θρόνου ήταν διακοσμημένα με σφίγγες και φτερωτές Νίκες, ενώ οι βραχίονες του θρόνου πρέπει να στηρίζονταν από τη μορφή μιας ακόμη φτερωτής σφίγγας. Κάτω από τις σφίγγες ο Φειδίας είχε αναπαραστήσει τον Απόλλωνα και την Άρτεμη να σημαδεύουν με τα τόξα τους τα παιδιά της Νιόβης, ενώ στους πλούσια διακοσμημένους οριζόντιους συνδέσμους που εκτείνονταν ανάμεσα στα πόδια του θρόνου απεικονίζον ταν ο Ηρακλής και ο Θησέας στη μάχη τους κατά των Αμαζόνων. Τα πόδια του Δία στηρίζονταν σε ένα μεγάλο «θρανίο» στολισμένο με σκαλισμένους χρυσούς λέοντες. Σύμφωνα με τον Παυσανία, οι τοίχοι που εμπόδιζαν την πρόσβαση κάτω από το θρόνο είχαν ζωγραφιστεί από τον Πάναινο, έναν από τους κορυφαίους ζωγράφους της εποχής του, με σκηνές από την πλούσια μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας.
Στα μέσα του 2ου αιών α π.Χ., έπειτα από ένα σεισμό που προξένησε σημαντικές φθορές στο ναό και στο λατρευτικό άγαλμα του Δία, ο Δαμοφώντας από τη γειτονική Μεσσήνη κλήθηκε να το επιδιορθώσει. Περίπου 200 χρόνια αργότερα, στη διάρκεια του 1ου αιώνα μ.Χ., ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Καλιγούλας προσπάθησε ανεπιτυχώς να το μεταφέρει στη Ρώμη. Σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, διέταξε, σύμφωνα με τον ιστορικό Ευσέβιο, την αφαίρεση του χρυσού από τα ειδωλολατρικά ιερά, γεγονός που ενδεχομένως να απογύμνωσε και τα αγάλματα του Φειδία, από τα οποία θα πρέπει να απέμειναν πλέον μόνο ο ξύλινος σκελετός τους και η ελεφαντοστέινη επένδυσή τους. Μετά την απαγόρευσ η των Ολυμπιακών αγώνων ως παγανιστικές πρακτικές από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ το 393 μ.Χ., ο ναός του Δία έκλεισε και το εργαστήριο του Φειδία στην Ολυμπία μετατράπηκε σε εκκλησία. Το ίδιο το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, ή ό,τι είχε απομείνει από αυτό, θα πρέπει να μεταφέρθηκε λίγο αργότερα στην Κωνσταντινούπολη από τον αξιωματούχο στην αυλή του Θεοδοσίου Β΄ και συλλέκτη αρχαίων έργων τέχνης Λαύσιο. Εκεί θα πρέπει να καταστράφηκε ολοκληρωτικά από την πυρκαγιά που αποτέφρωσε το παλάτι του Λαύσιου στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα. Δυστυχώς, με εξαίρεση κάποια νομίσματα που έχουν βρεθεί, κανένα αντίγραφο του αγάλματος σε μικρότερη κλίμακα δεν διασώζεται σήμερα, λες και οι γλύπτες ήταν ανεξήγητα απρόθυμοι να αντιγράψουν, έστω και σε μικρογραφία, το κορυφαίο έργο του Φειδία, για τον οποίο ο Κικέρων, ο περίφημος Ρωμαίος ρήτορας του 1ου αιώνα π.Χ., παρατηρεί ότι είχε: «ένα τόσο τέλειο όραμα της ομορφιάς στο μυαλό του, ώστε συγκεντρώνοντας τη σκέψη του σ’ αυτό μπορούσε να κατευθύνει το χέρι του καλλιτέχνη στη δημιουργία μιας αληθινής ομοιότητας με το θεό».

(τα επτά θαύματα του κόσμου - ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΓΕΝΙΔΟΥ)